Dejavu

 

Βερνάρδου Πόπη (1996)

 

“Οι άνθρωποι ονομάζουν μοίρα
το σύνολο των σφαλμάτων τους στη ζωή.”

Άρθουρ Σοπενχάουερ

 

 

     “Μα είσαι τόσο ανεύθυνη; Δε σκέφτεσαι τόσα λεφτά;” φώναξε ανυπόμονα ο Μανώλης.

     Η Σόνια τον κοίταξε αμίλητη με ψυχραιμία κι ύστερα προτίμησε να βγει από το δωμάτιο. Δεν είχε νόημα να του μιλάει πια. Εδώ και οκτώ μέρες, αφότου δηλαδή του είχε ανακοινώσει την απόφαση για το ταξίδι της, εκείνος έλεγε συνέχεια τα ίδια κι αυτή προσπαθούσε να του εξηγήσει. Τώρα ήξερε ότι δε χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις ούτε στο Μανώλη ούτε σε κανέναν· δεν επρόκειτο να την καταλάβει ποτέ ο Μανώλης και, στο κάτω - κάτω, της ήταν αδιάφορο αυτό πλέον.

........................................................................

     Όλα άρχισαν όταν η Σόνια έχασε τη δουλειά της. Δούλευε σε μια εταιρεία η οποία μετά τον περιορισμό της παραγωγής της απέλυσε υπαλλήλους· ανάμεσά τους και τη Σόνια. Οι συνάδελφοί της διαμαρτυρήθηκαν, έκαναν πορείες, περνούσαν τις ώρες τους κρατώντας πανώ έξω απ’ τα γραφεία της εταιρείας κι έδιναν συνεντεύξεις κατηγορώντας το σύστημα.

     Η Σόνια τα έβρισκε όλα αυτά παράλογα. Να διαμαρτυρηθεί στην ευκαιρία για αλλαγή που της δόθηκε; Ήταν ευτυχισμένη. Αισθάνθηκε επιτέλους ελεύθερη να κάνει κάτι καλύτερο, να διαβάσει, να τεμπελιάσει, να δοθεί σε άσκοπες βόλτες, να πλάσει όνειρα και σχέδια για το μέλλον· το δικό της και του Μανώλη. Απολάμβανε τις ελεύθερες στιγμές της, περιφερόταν τεμπέλικα από το κρεβάτι στον αναπαυτικό καναπέ του σαλονιού απέναντι από την τηλεόραση, κι ύστερα, χαμογελώντας αινιγματικά στον καθρέφτη, χτένιζε τα πυκνά, στιλπνά, ολόμαυρα μαλλιά της και, αφού ντυνόταν, έκανε μακρινές βόλτες βυθισμένη σε σκέψεις ή μάλλον μπερδεμένη σε φαντασιώσεις και σχέδια

     Ήθελε κάτι· το ήξερε· μα δεν μπορούσε να το δει. Το άγγιζε φευγαλέα και η εικόνα του χανόταν. Ήξερε πως ερχόταν στα όνειρά της, μα δεν κατόρθωνε να τα θυμηθεί. Ήξερε πως ήταν η φωνή που της ψιθύριζε σε κείνο το μεταίχμιο, λίγο πριν βυθιστεί στον ύπνο, και που, ενώ νόμιζε ότι αντιλαμβανόταν και καταλάβαινε τις μακριές ιστορίες της, όταν άνοιγε τα μάτια δε θυμόταν τίποτα, δεν υπήρχε τίποτα, η φωνή έχανε το νόημά της, γινόταν ακατανόητη και μετά ανύπαρκτη.

     Τα τελευταία πέντε χρόνια, αφότου δηλαδή μπήκε στα εικοσιπέντε, η Σόνια ένιωθε έντονα να αποξενώνεται από τους γύρω της. Έβλεπε ότι αυτή ήθελε κάτι άλλο, ότι μια παρουσία μέσα της την οδηγούσε κάπου μακριά, μα δεν ήξερε πού, τουλάχιστον όχι συνειδητά. “Εγώ δεν είμαι του κόσμου τούτου”, ψιθύριζε καμιά φορά και φούντωνε μέσα της η τάση της φυγής. Είχε μάθει όμως, σε ταξίδια που έκανε πότε με το Μανώλη και πότε με κάποια φίλη της σε κοσμοπολίτικα νησιά - τη Μύκονο, τη Ρόδο ή τη Σκιάθο, μάλιστα μια φορά έφτασε μέχρι τη Μαγιόρκα - ή σε ερημικά νησιά - τη Νίσυρο ή την Τήλο - είχε μάθει, λοιπόν, ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτό που πίστευε πως ξεφεύγει ταξιδεύοντας. Γιατί με τον καιρό ανακάλυψε ότι με τα ταξίδια της δεν αναζητούσε να δραπετεύσει μόνο από τον τρόπο ζωής της, τη ρουτίνα και τη δουλειά της, όπως είχε πιστέψει στην αρχή. Πάνω απ’ όλα αναζητούσε να δραπετεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό. Κι αυτό δε γινόταν. Δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να γίνει.

     Στη δουλειά ή στην εξοχή, στην παραλία ή στο κλαμπ, η εσωτερική φωνή δεν έπαυε να την κατακρίνει και να την παροτρύνει να τολμήσει το πήδημα στο κενό, στο άγνωστο ή ίσως στο από πάντα γνωστό, που είχε πάψει να είναι οικείο, γιατί πίστεψε στην ύπαρξη του κόσμου που την τριγύριζε. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον εαυτό της. Έπρεπε λοιπόν να γείρει και να τον αφουγκραστεί, να νιώσει τι της ζητάει, να προχωρήσει στο δρόμο που θα της χαράξει. Και φοβόταν· ναι, πραγματικά φοβόταν πολύ αυτό το διάλογο με τον εαυτό της, γιατί ήξερε πως ήθελε πολλά, γοητευτικά μα επικίνδυνα, που θα την έβγαζαν για πάντα απ’ τη νωχελική, βαρετή, μονότονη και ισορροπημένη ζωή της με το Μανώλη.

..........................................................................

     Η απόλυση την ανακούφισε. Ήρθε να βάλει τέλος σε μια δουλειά που είχε γίνει καταναγκασμός κι εμπόδιο, μια δουλειά που την αποξένωσε απ’ τον εαυτό της και την έκανε να αυτοκατηγορείται γι αυτό το συμβιβασμό, ενώ παράλληλα έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να ξεφύγει. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει μόνη της να εγκαταλείψει την εταιρεία, γιατί ο μισθός της συμπλήρωνε εκείνον του Μανώλη και τους βοηθούσε να ζουν με σχετική άνεση. Εξάλλου, ήθελε να αισθάνεται ανεξάρτητη. Συχνά κατηγορούσε τον εαυτό της επειδή δεν μπορούσε να μειώσει τις ανάγκες της κι ακολουθούσε το φαύλο κύκλο της κοινωνίας της αφθονίας. Όταν όμως ήρθε η απόλυση, όλα ήταν πια τόσο εύκολα. Είχε το άλλοθι ότι η απώλεια της δουλειάς της ήταν ενέργεια άλλων και είχε την ελευθερία ν’ αποφασίσει ανενόχλητη για το μέλλον της.

     Βέβαια, ο Μανώλης στεναχωριόταν και το κύριο θέμα των συζητήσεων του ήταν η αδικία που έγινε στη γυναίκα του, ο παραλογισμός του κοινωνικού συστήματος και η ανάγκη να βρεθεί μια μόνιμη δουλειά με καλό μισθό για τη Σόνια. Αυτή όμως το διασκέδαζε. Απ’ την αρχή του ξεκαθάρισε ότι τα χρήματα της αποζημίωσης θα τα έκανε ό,τι ήθελε. Ο Μανώλης δυσανασχετούσε, μα πίστευε πως τελικά, όταν αυτή θα τα έπαιρνε στα χέρια της, θα κατάφερνε να την πείσει να τ’ αφήσει στην τράπεζα και ν’ αποφασίσουν μαζί τι θα τα κάνουν.

     Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που η Σόνια έχασε τη δουλειά της κι αναζητούσε ένα δρόμο, μια διέξοδο, ξαπλωμένη τις νύχτες στο κρεβάτι, με τα μάτια να διαπερνούν το σκοτάδι και το Μανώλη να κοιμάται βαθιά δίπλα της. Και τότε, πάνω στο μήνα, ήρθε το Τουλούμ. Ήταν βράδυ κι έβλεπε βαριεστημένα μια ταινία στο βίντεο μαζί με τον άντρα της. Το ενδιαφέρον της ανέβηκε κατακόρυφα όταν η δράση του έργου μεταφέρθηκε στο Μεξικό και η καρδιά της σκίρτησε όταν αντίκρισε το Τουλούμ, την παράκτια πόλη - οχυρό των Μάγιας. Απολάμβανε εκστατική το υπέροχο γαλάζιο της θάλασσας, τη μαλακή κι ανοιχτόχρωμη άμμο, τα γκρίζα κτίσματα που υψώνονταν μεγαλόπρεπα, έρημα κι εγκαταλειμμένα ανάμεσα στη ζούγκλα και τον απέραντο ωκεανό.

     Χωρίς να το καταλάβει ένιωσε τα χείλη της να κινούνται και μίλησε απ’ τα βάθη της ύπαρξης της. “Εγώ ανήκω εκεί. Είμαι εκεί.” Ο Μανώλης ξαφνιάστηκε και την κοίταξε ερωτηματικά. Αυτή, χωρίς καν ν’ αντιλαμβάνεται την παρουσία του, επανέλαβε: “Ανήκω εκεί”. Εκείνος τη ρώτησε θυμωμένα: “Σου έχει στρίψει εντελώς;”

     “Ω, σταμάτα τώρα, κοίτα την ταινία”, απάντησε η Σόνια ενοχλημένη. Ο Μανώλης σήκωσε τους ώμους στωικά και άπλωσε το χέρι του να πάρει το ποτήρι με το ουίσκι που έπινε. Η Σόνια δεν έβλεπε πια το έργο. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην οθόνη της τηλεόρασης, αλλά το μυαλό της πετούσε στην αρχαία πολιτεία των Μάγιας. Ένιωθε έντονα ότι τη συνέδεε με την πόλη αυτή κάτι περισσότερο από το θαυμασμό και την έκσταση που προκαλούσε η θέα της. Η σκέψη της στριφογύριζε σε παλιότερες στιγμές, όταν διάβαζε για το Παλένκε και το Τσίτσεν Ίτσα και ήταν τ’ όνειρό της να πάει στο Γιουκατάν και ήξερε πως αυτό δε θα γινόταν ποτέ, γιατί ήταν τόσο μακρινό και τόσο ακριβό ταξίδι και ο Μανώλης δε θα ’θελε ποτέ να πάνε. Της είχε υποσχεθεί βέβαια ότι του χρόνου θα πήγαιναν στο Παρίσι, αλλά τώρα με την απόλυσή της ίσως δε γινόταν ούτε αυτό, γιατί ο Μανώλης θα αναλάμβανε όλα τα έξοδα του σπιτιού, έστω προσωρινά, και ήταν τόσο ανασφαλής, όσο ο περισσότερος κόσμος άλλωστε.

     Η ιδέα άστραψε άξαφνα στο μυαλό της, έτσι όπως μόνο τα καθάρια πράγματα, αυτά που βγαίνουν από την καρδιά, αστράφτουν. Ήταν τόσο απλό. Σε μια βδομάδα θα έπαιρνε την αποζημίωση. Τώρα, λοιπόν, ήξερε τι θα την έκανε, ίσως όχι όλη, αλλά σίγουρα ένα σεβαστό της μέρος. Ο Μανώλης δε θα ερχόταν μαζί της. Ήταν σίγουρη γι αυτό. Δεν την ένοιαζε. Η ζωή της άρχισε ν’ αλλάζει με την απόλυσή της κι αυτή θα τραβούσε την αλλαγή έξω απ’ τα όρια, όσο πιο μακριά μπορούσε, θα έφτανε στο τέρμα. Θυμήθηκε τους συναδέλφους της με τα πανώ και τις κραυγές διαμαρτυρίας και ξαφνικά ένιωσε οίκτο γι αυτούς. Τον οίκτο που θα ένιωθε για τους σκλάβους, που δεν ξέρουν τι να κάνουν την ελευθερία που τους χαρίζεται, γιατί δεν έμαθαν ποτέ να ζουν ελεύθεροι και θλιβερά παρακαλούν τ’ αφεντικό τους να τους κρατήσει, γιατί δε θέλουν τον ελεύθερο χρόνο, φοβούνται τη στιγμή που θα υποχρεωθούν ν’ αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους, όταν μην έχοντας απασχόληση να τους κρατά μακριά απ’ τις εκπλήξεις που κρύβουν μέσα τους, θ’ αναγκασθούν να ’ρθουν αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη πρόκληση, ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι για τη ζωή τους, να βουτήξουν στο χάος και να καρφωθούν στις μυτερές πέτρες ή να βρουν το δρόμο τους προς το φως και την αυτογνωσία.

............................................................................

     Η Σόνια πήρε το εισιτήριο στα χέρια της και το κοίταξε θριαμβευτικά. Ο δρόμος για το Μεξικό και τη χερσόνησο του Γιουκατάν ήταν ανοικτός. Τόσο απλά, τόσο αναπάντεχα. Σε πέντε μέρες θα βυθιζόταν στ’ όνειρο. Έτρεμε από λαχτάρα. Μια αίσθηση έντονης ανατριχίλας τη διαπερνούσε. Ήθελε ν’ αγκαλιάσει τους περαστικούς, να φωνάξει, να χορέψει, να στροβιλιστεί στο δρόμο μέχρι να πέσει κάτω.

     Όταν ο Μανώλης γύρισε το μεσημέρι στο σπίτι τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε γλυκά και παιχνιδιάρικα: “Θέλω να κάνουμε τώρα εκείνο το κοριτσάκι που αναβάλουμε εδώ και τρία χρόνια.” Κρεμάστηκε στο λαιμό του. Αυτός τη σήκωσε απαλά στα χέρια του και την ξάπλωσε στον καναπέ. Κι ενώ την αγκάλιαζε, “Εντάξει, λοιπόν,” της είπε. “Το ’ξερα πως παντρεύτηκα μια τρελή για δέσιμο. Πήγαινε στο Μεξικό σου για να ηρεμήσεις. Ίσως σου βρω κάποια δουλειά όσο θα λείπεις. Τελικά ο γάμος με μια τρελή έχει και τα τυχερά του. Ποτέ δεν ξέρεις την επόμενη κίνηση.” Η Σόνια τον χάιδεψε τρυφερά, τον έσφιξε στην αγκαλιά της κι έκλεισε τα μάτια, ενώ βυθιζόταν στην έκσταση. Τα μάτια της φαντασίας αγρυπνούσαν. Ο Μανώλης είχε παραμεριστεί και η Σόνια έκανε έρωτα μ’ ένα σκουρόχρωμο Ινδιάνο, που το μόνο που φορούσε ήταν πολύχρωμα φτερά στο κεφάλι, ενώ το πρόσωπο και τα χέρια του είχαν τα χρώματα του πολέμου.

     Ο Μανώλης αναστέναξε ικανοποιημένος και ξάπλωσε δίπλα της. Η Σόνια γύρισε και τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. Τα φτερά είχαν χαθεί. Δεν υπήρχαν πια χρώματα.

     Οι πέντε μέρες μέχρι το μεγάλο ταξίδι πέρασαν απελπιστικά αργά. Η Σόνια ζούσε σε μιαν ονειρική κατάσταση και δεν έβλεπε γύρω της. Οι ετοιμασίες γινόντουσαν μηχανικά. Αυτή, βυθισμένη σε σκέψεις, έβλεπε τους τοίχους και τα πράγματα του σπιτιού να βουλιάζουν, ν’αλλάζουν θέση, να ζωντανεύουν, να διαλύονται ή να την κοιτάνε. Δε μιλούσε πολύ ή μιλούσε χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι λέει και καμιά φορά δεν αναγνώριζε τη φωνή της.

     Τη νύχτα, πριν το μεγάλο ταξίδι, κοιμήθηκε αλλόκοτα. Είχε την εντύπωση πως ήταν συνέχεια ξύπνια, ενώ παράδοξα όνειρα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. Μπερδεμένα χρώματα, ήχοι, εικόνες, ουρανός, θάλασσα, χρυσά αστέρια, φίδια, σαύρες και πάνθηρες. Σε κάποια στιγμή ξύπνησε και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν τέσσερις και μισή. Είχε άλλες δυο ώρες ύπνο στη διάθεσή της. Έκλεισε τα μάτια και αμέσως, πριν προλάβει να βυθιστεί σε ύπνο - ήταν σίγουρη γι αυτό - είδε ότι βρισκόταν σ’ ένα σκοτεινό διάδρομο μέσα σ’ ένα μεγάλο κτίσμα. Διέκρινε μια χαραμάδα κι ένα φως στο πάτωμα. Πλησίασε στο άνοιγμα και κοίταξε. Πολλά μέτρα κάτω βρισκόταν μια τεράστια αίθουσα. Δεν μπορούσε να τη διακρίνει ολόκληρη. Άκουσε ψιθύρους και το βλέμμα της συνέλαβε μια πομπή. Ερχόταν προς το κέντρο της αίθουσας, ακριβώς από κάτω της. Γυναίκες ντυμένες με χρυσά στενά ρούχα, φορώντας στο κεφάλι αστραφτερά στολίδια, με μαύρα μαλλιά κομμένα καρέ σαν Αιγύπτιες· ναι, μάλλον Αιγύπτιες. Προχωρούσαν σαν υπνωτισμένες, αργά και σταθερά. Αυτή που οδηγούσε την πομπή φορούσε χρυσό διάδημα με πράσινα λαμπερά πετράδια και το σώμα της αγκάλιαζε ένα ολόχρυσο στενό φόρεμα. Και ενώ προσπαθούσε να διακρίνει περισσότερα, κατάλαβε τι έλεγαν οι ψίθυροι που όλο δυνάμωναν. “Η Κοιλάδα Του Θανάτου. Η Κοιλάδα Του Θανάτου.” Ένιωσε ένα πρωτόγνωρο τρόμο, ένα τρόμο πέρα από κάθε λογική, που τη συντάραξε. Άνοιξε τα μάτια της. Ο Μανώλης κοιμόταν ήσυχα δίπλα της. Κόλλησε το σώμα της πάνω του και του ’σφιξε το χέρι. Ταραγμένη, άφωνη από τον ανεξήγητο φόβο, προσπάθησε να διαλύσει τον εφιάλτη με την παρουσία του Μανώλη δίπλα της. Στ' αυτιά της αντηχούσε ακόμα η φράση ειπωμένη από πολλά στόματα μαζί. “Η Κοιλάδα Του Θανάτου.” Γιατί την τρόμαζε τόσο;

     Τι εικόνα ήταν εκείνη; Όνειρο; Όχι· ήταν σίγουρη πως δεν είχε κοιμηθεί. Μόλις έκλεισε τα μάτια της ήταν σαν να αναδύθηκαν από μέσα της οι εικόνες που είχε δει. Δοκίμασε να κλείσει πάλι τα μάτια, μα φοβισμένη τα ξανάνοιξε. Τι φοβόταν τόσο πολύ; Οι τρίχες στα χέρια της ήταν ορθές. Δε θα κοιμόταν άλλο. Προσπάθησε να οδηγήσει το μυαλό της σε ευχάριστες εικόνες και να το κρατήσει εκεί, μέχρι να ξημερώσει. Στο φως της μέρας ήξερε ότι οι φόβοι της θα χάνονταν, θα διαλύονταν, θα φαίνονταν αστείοι, θα έσβηναν από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, τα γέλια, τις συζητήσεις και τις γνωστές φυσιογνωμίες.

.......................................................................

     Στο αεροδρόμιο τη συνόδεψε ο Μανώλης. Οδηγούσε το αυτοκίνητο σιωπηλός. Αυτή κοιτούσε από το ανοιχτό παράθυρο προσπαθώντας ν’ αποτυπώσει την πόλη στο μυαλό της. Πήγαινε τόσο μακριά κι ένιωθε την ανάγκη να κρατήσει αυτή την εικόνα μέσα της.

     Την ώρα του αποχαιρετισμού έσφιξε συγκινημένη το Μανώλη στην αγκαλιά της, σαν να ήταν η τελευταία φορά. Αυτός ξαφνιάστηκε ευχάριστα. “Εντάξει κούκλα μου, θα τα πούμε σε δυο βδομάδες. Για μένα θα είναι σαν πολλές άλλες βδομάδες που πέρασαν. Για σένα ίσως θα είναι μια ολόκληρη ζωή. Μικρή και γεμάτη, πολύ γεμάτη.”

     Τώρα ήταν η σειρά της να ξαφνιαστεί απ’ αυτή την αποδοχή της πρόσκαιρης φυγής της. Του έκλεισε χαμογελαστή το μάτι και προχώρησε προς την έξοδο για το αεροπλάνο. Γύρισε και τον κοίταξε. Στεκόταν εκεί γλυκός, αγαπημένος, μα απόμακρος. Του κούνησε το χέρι μηχανικά και προχώρησε. Πήγαινε προς το άγνωστο, δοκίμαζε τις ανασφάλειες της και τους φόβους της.

     Μέσα στ’ αεροπλάνο βούλιαξε στη θέση της κι άρχισε να ξεφυλλίζει το διαφημιστικό φυλλάδιο που είχε πάρει για το Γιουκατάν. Είχε την αίσθηση ότι ήξερε εκείνα τα μέρη, αλλά ήταν μια αόριστη αίσθηση, που δεν μπορούσε να της δώσει σχήμα και μορφή. Κι ύστερα θυμήθηκε το νυχτερινό όνειρο, ή μάλλον τ’ όραμά της, κι ανατρίχιασε. Μήπως είχε αρχίσει να τρελαίνεται; Για ν’ απασχολήσει το νου της και ν' αποφύγει το οδυνηρό ερώτημα, άνοιξε το περιοδικό που βρισκόταν μπροστά στη θέση της και βυθίστηκε στις σελίδες του. Όμως ο φόβος είχε γραπώσει την ψυχή της. Δεν μπορούσε να τον αγνοήσει στρέφοντας αλλού την προσοχή της. Ήταν εκεί και θα εξακολουθούσε να είναι εκεί, όπου κι αν κοίταζε η Σόνια. Μα τί ακριβώς φοβόταν;

.........................................................................

     Από τη στιγμή της προσγείωσης στο αεροδρόμιο της Μερίντα, στη χερσόνησο του Γιουκατάν, η Σόνια ζούσε μέσα σ’ ένα παροξυσμό. Ακροβατούσε ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, ένιωθε πως στα μέρη, που για πρώτη φορά πατούσε, είχε ξαναπερπατήσει. Νόμιζε πως τ’ αναγνώριζε.

     Έμενε σ’ ένα ξενοδοχείο στη Μερίντα, μα κάθε μέρα επισκεπτόταν τις χαμένες πολιτείες των Μάγιας· Ουξμάλ, Παλένκε, Τσίτσεν Ίτσα, Κόμπα, Τουλούμ. Εκεί, στο Τουλούμ, κοιτούσε εκστατική το οχυρό, τη ζούγκλα, την άμμο, τη θάλασσα. Έμενε ώρες σιωπηλή, προσπαθώντας ν’ ακούσει τους ψιθύρους που έρχονταν μέσα από τους αιώνες, προσμένοντας μιαν απάντηση στις αμφιβολίες της. Πότε ξαναβρέθηκε εδώ; Μέρα με τη μέρα έχανε την επαφή της με τη ζωή που είχε ζήσει μέχρι τώρα. Όταν μίλησε με το Μανώλη απ’ το τηλέφωνο την ξάφνιασε η φωνή του. Ήταν η φωνή ενός ξένου. Όταν σκεφτόταν την πόλη της, το σπίτι της, τους φίλους της ένιωθε πως όλα ήταν ξένα. Κάθε μέρα ο τόπος την έδενε με τη σαγήνη του, αόρατα νήματα την κρατούσαν μαγεμένη να θαυμάζει ξανά και ξανά τ’ ανάγλυφα και τις επιγραφές, κυρίευαν την ψυχή της, την έκαναν δική τους. Ή μήπως ήταν πάντα δική τους;

     Ένα πρωί, αφού περιπλανήθηκε στους μισοθαμμένους, πνιγμένους στη βλάστηση δρόμους του Τσίτσεν Ίτσα, ανάμεσα στα αινιγματικά ερείπια, κατέληξε πάλι στο Τουλούμ. Καθισμένη στην παραλία, χωρίς να νοιάζεται για τον καυτό ήλιο, κοιτούσε τ' αφρισμένα κύματα που έσκαγαν με θόρυβο στην άμμο. Η βουή τους την ηρεμούσε. Μισόκλεισε τα μάτια κι έπαιξε με τα κύματα και το φως. Το νερό διασπάστηκε σε άπειρα διαμαντάκια. Τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες της για να μεγαλώσει την εντύπωση. Και τότε είδε να βγαίνει μέσα απ’ τη θάλασσα ένας Ινδιάνος με τα χαρακτηριστικά των Μάγιας. Φορούσε κόκκινα ρούχα και μανδύα από δέρμα λεοπάρδαλης. Στο κεφάλι είχε μια χρυσή ταινία με τρία μπλε φτερά. Τα μάτια του ήταν μαύρα και διαπεραστικά. Η Σόνια ένιωσε ένα παγωμένο φίδι να σέρνεται στη ραχοκοκαλιά της. Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια. Ο Ινδιάνος χάθηκε.

     Έμεινε στη θέση της και προσπάθησε να φανεί λογική. Τα πόδια της έτρεμαν. Ο άντρας ήταν πολύ ζωντανός για να είναι απλή φαντασίωση. Αλλά τι άλλο μπορούσε να ήταν; Και τα μάτια του! Τόσο εκφραστικά, διαπεραστικά, δυο κομμάτια κάρβουνο με μαύρες ανταύγειες. Σηκώθηκε κι άρχισε να βαδίζει σαστισμένη, χωρίς να βλέπει πού πηγαίνει. Ο τόπος, τα μνημεία, ο ήλιος, ο φασματικός Ινδιάνος, όλα ασκούσαν μια ναρκωτική, υπνωτική δύναμη πάνω της.

     Είχε αρχίσει να χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα. Είχε γίνει αφηρημένη, πολλές φορές δεν άκουγε όταν της μιλούσαν, κολυμπούσε στο δικό της κόσμο, μόνη, βυθισμένη στις φαντασιώσεις της.΄Ενιωθε τον πυρετό ν’ ανεβαίνει, το προμήνυμα της καταιγίδας ήταν εκεί, το ξέσπασμα της φουσκοθαλασσιάς πλημμύριζε την ψυχή της.

...........................................................................

     Ήταν δυο μέρες πριν την αναχώρηση της για την Ελλάδα. Για άλλη μια φορά περιφερόταν ανάμεσα στα έρημα, σιωπηλά κτίσματα του Τουλούμ. Μπήκε ξανά σ’ ένα ναό που είχε επισκεφτεί πολλές φορές τις λίγες μέρες που βρισκόταν εκεί. Χάιδεψε αφηρημένα τις αλλόκοτες φιγούρες στους τοίχους του. Φανταστικά φτερωτά όντα, ερπετά, πίθηκοι, πολεμιστές. Ακούμπησε σ’ ένα τοίχο κι έκλεισε τα μάτια της. Βυθίστηκε στο σκοτάδι.

     Ακολουθούσε με το νου της μια σπειροειδή σκάλα, στενή και αραχνιασμένη, που κατέβαινε ασταμάτητα μέσα της, στα βάθη της ψυχής της. Ένιωσε την υγρασία στα τοιχώματα και εξακολούθησε να κατεβαίνει. Δεν έβλεπε το τέλος. Ήταν σκοτεινά κι όσο κατέβαινε ξετυλίγονταν στους τοίχους δίπλα της εικόνες μακρινές, εικόνες από μια εποχή όπου το Τουλούμ δεν ήταν μια νεκρή πόλη και ο ναός αυτός ήταν ο χώρος για τη μύηση των εκλεκτών στα μυστήρια της Ζωής και του Θανάτου. Είδε πάλι τη φιγούρα του Ινδιάνου να ετοιμάζεται μπροστά στο βωμό για τη θυσία. Είδε το παιδί να είναι γονατισμένο, ανήμπορο κι εκστατικό κάτω από τη λεπίδα που άστραφτε στα χέρια του Πρωθιερέα, με το φόβο και τον πόθο του άγνωστου ζωγραφισμένο στα μάτια του.

     Συνέχισε να κατεβαίνει μέχρι που τα πόδια της άγγιξαν τα νερά. Άνοιξε απότομα τα μάτια της. Το φως του ήλιου τρεμόπαιζε μέσα από τα ανοίγματα των χοντρών τοίχων κι έλουζε τα αινιγματικά ανάγλυφα. Με μια σιγουριά πρωτόγνωρη και με μια ηρεμία μοναδική η Σόνια προχώρησε προς το εσωτερικό του ναού. Μπήκε σ’ ένα μακρύ διάδρομο που οι τοίχοι του χάνονταν στο σκοτάδι της οροφής. Σταμάτησε στα μισά του διαδρόμου κι έστριψε αριστερά. Πλησίασε τον τοίχο με σιγουριά και πίεσε με τα δυο της χέρια μια φιγούρα, ένα φτερωτό φίδι με φουσκωμένο στήθος. Το άκαμπτο πέτρωμα υποχώρησε και μπροστά της μια σκάλα ανοίχτηκε. Άρχισε να την κατεβαίνει, χωρίς να ξαφνιάζεται για το φως που ερχόταν αμυδρά από το βάθος και χωρίς να νιώσει φόβο όταν ο τοίχος έκλεισε με θόρυβο πίσω της.

     Στο τέλος της σκάλας ανοιγόταν ένας στενός διάδρομος. Προχώρησε χωρίς να διστάσει μέσα στο νεκρικό περιβάλλον και έφτασε μπροστά σε μια πόρτα με περίτεχνα ανάγλυφα. Ένα φίδι, δυο μέτρα μακρύ με χρυσαφένιες φολίδες φύλαγε την είσοδο. Δεν ξαφνιάστηκε που ήταν ζωντανό μέσα σ’ αυτό το σιωπηλό τάφο. Βιαζόταν να φτάσει πίσω από την πόρτα, εκεί που τώρα πια ήξερε πως ήταν το τέλος του προορισμού της. Το φίδι παραμέρισε, αφήνοντάς την να περάσει. Η πόρτα άνοιξε χωρίς αντίσταση και η Σόνια βρέθηκε σε μια κρύπτη. Ήταν λουσμένη στο φως, χωρίς να είναι δυνατόν να υποτεθεί η πηγή του. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με παραστάσεις, που απεικόνιζαν διάφορες φάσεις της ζωής του Ινδιάνου του οράματός της. Στη μέση της κρύπτης το άγαλμα του Ινδιάνου την κοιτούσε βλοσυρά. Το πλησίασε. Δίπλα του υπήρχαν αγγεία με πολύχρωμα σχέδια και ιερογλυφικά. Τα χρώματα ήταν έντονα: μπλε, μαύρο, πορτοκαλί, κίτρινο, κόκκινο. Ήξερε πως στην τεφροδόχο, δίπλα στο στήθος του αγάλματος, βρισκόταν η καρδιά του Ινδιάνου.

     Στάθηκε εκεί αθόρυβα. Δεν ήθελε να ταράξει τον ύπνο του, ή μάλλον τον ύπνο της, γιατί ήξερε ποιος ήταν αυτός και ποια ήταν αυτή· ήταν αυτός. Αντίκριζε τον εαυτό της μιας άλλης εποχής και μιας άλλης μορφής. Κουβαριάστηκε στα πόδια του αγάλματος, κουρασμένη απ’ το μακρύ της οδοιπορικό. Ήξερε πως ο δρόμος της τελείωνε εδώ. Είχε αντικρίσει τον εαυτό της πέρα από το θάνατο, ένιωθε πως δεν μπορούσε πια να φύγει, ανήκε στο θάνατο. ΄Εψαχνε να βρει ποια είναι και βρήκε ποια είχε υπάρξει. Σαν κινηματογραφική ταινία πέρασε μπροστά της, όχι η τωρινή ζωή της, αλλά η ζωή της σαν πρωθιερέας και πρίγκιπας των Μάγιας. Είδε το μεγαλείο, το θρίαμβο και τη δόξα. Είδε την αλαζονεία, τον εγωισμό και την υπερβολή. Είδε τα σφάλματα και τα εγκλήματα που διέπραξε υπηρετώντας, όχι το Καλό ή το Κακό, αλλά την ανθρώπινη μικροπρέπεια και ματαιοδοξία, που είχαν καλυφθεί πίσω από την εντύπωση δύναμης και δικαιοσύνης της εξουσίας. Ο πρωθιερέας ξαναγύρισε σε πολλά σώματα, αναζητώντας κάθε φορά την τελειότητα, μα δεν τη βρήκε. Ούτε και στο δικό της σώμα τη βρήκε· μια ζωή χαμένη, αποπροσανατολισμένη, χωρίς σκοπό. Αυτή ανήκε εδώ, σ’ αυτήν εδώ την κρύπτη, σ’ αυτήν εδώ την εποχή. Χαμογέλασε κουρασμένη, αλλά ανακουφισμένη, γιατί είχε φτάσει στο τέρμα.

     Με την άκρη του ματιού της είδε ότι το φίδι είχε γλιστρήσει ξοπίσω της. Έβαλε τα γέλια. Τι ειρωνεία! Συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι, αντί για το τέρμα, είχε ξαναγυρίσει στην αρχή. Έψαχνε στα τυφλά να βρει το σκοπό της και είχε ξαναγυρίσει σαν τυφλόμυγα εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Τόσα χρόνια τριγυρνούσε σ' ένα φαύλο κύκλο. Αναζητούσε το σκοπό της ζωής της και τυφλωμένη έχασε το νόημα της αναζήτησης. Αντί ν’ ανέβει πάνω κατέβηκε κάτω, στο βάθος, και πελαγοδρόμησε στ’ αδιέξοδα μονοπάτια. Το φίδι τώρα ήταν δίπλα της, την άγγιζε. Δεν υπήρχε λόγος να φοβάται. Αυτή προκάλεσε το τέλος της, αυτή διάλεξε τούτο το δρόμο, αυτή έχασε και τούτη τη ζωή, τούτη την ευκαιρία. Αυτή έριξε τα ζάρια κι ακολούθησε το μονοπάτι του πισωγυρίσματος. Θα μπορούσε τουλάχιστον να μάθει από το παρελθόν, αν το είχε χειριστεί διαφορετικά. Τώρα βιαζόταν να τελειώσει. Άπλωσε το χέρι της στο φίδι. Η εικόνα του Μανώλη τρεμόσβησε μπροστά της και χάθηκε.

     Το φίδι τη δάγκωσε και μετά κουλουριάστηκε στα πόδια της. Λίγο αίμα έτρεξε απ’ το μπράτσο της. Το δηλητήριο άρχισε να κυκλοφορεί στις φλέβες της και μια ζεστασιά ανάμεικτη με πάγο την πλημμύρισε. Έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε. “Είναι αισιόδοξο”, σκέφτηκε, “το ότι ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι χάσουν το χιούμορ τους, θα παραμένει το χιούμορ του θανάτου. Με αγκαλιάζει εδώ, δίπλα στον άλλο εαυτό μου, μέσα στον πριν από εκατοντάδες χρόνια τάφο μου. Καπρίτσιο της φύσης. Ένας τάφος, μια ψυχή, δυο σώματα.”

     Ύστερα το δηλητήριο παρέλυσε τη σκέψη της, πάγωσε το αίμα της, έκλεψε την ανάσα της και το κόκκινο των χειλιών της.